Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

Ο αληθινός μας καθρέφτης

Κυριακή βράδυ και τα βλέφαρά μου κλείνουν, άλλη μια κουραστική μέρα, άλλη μια εξαντλητική εβδομάδα έφτασε στο τέλος της. Η γεύση που άφησε όμως είναι γλυκιά … η κούραση και οι πολλές ασχολίες σε κάνουν να νιώθεις χρήσιμος και δημιουργικός.

Συναντήσεις πολλές, συζητήσεις ακόμη περισσότερες μα οι φίλοι μου, μου κράτησαν την πιο όμορφη συντροφιά … ενδιαφέρουσες κουβέντες, αστεία και λόγια για να περάσει ευχάριστα η ώρα και συγκινήσεις πολλές όπως αυτή την ώρα που έλαβα χθες ένα ποίημα από τον αγαπημένο μου ποιητή και φίλο, Νίκο.
Τα εξαιρετικά γραμμένα λόγια του με συγκίνησαν και μου άφησαν μια γλυκόπικρη γεύση και αυτό ήταν το μόνο που ήθελα να ξανά διαβάσω απόψε για να τελειώσει υπέροχα η βδομάδα μου … το μοιράζομαι μαζί σας (φυσικά με τη σύμφωνη γνώμη του δημιουργού) και εύχομαι μια όμορφη, δημιουργική και χαμογελαστή εβδομάδα να αρχίσει από αύριο για όλους μας.

Καλό σας βράδυ και πριν πάτε για ύπνο ρίξτε μια ματιά στο δικό σας «αληθινό» καθρέφτη …


Ο αληθινός μας καθρέφτης 

Το πρόσωπό μου κοίταξα σε ένα τζάμι
μα δεν μπορούσα να του πω κανένα ψέμα,
σφύριξε ο αέρας δυνατά σ’ ένα καλάμι
και η αλήθεια ήχησε σαν άυλο πνεύμα. 

Απ’ ένα δάσος κράτησα φύλλα μυρτιάς
μήπως μπορέσω στη ψυχή μ’ αυτά να βάψω,
όνειρα στάχτες της πιο σκοτεινής σπηλιάς
σε ένα δάσος που κι αυτό πήγα να κάψω. 

Από σεβάσμιους των ναών μητροπολίτες
πήρα μηνύματα για κάποιο αγαπώ,
έχυναν φως σαν μανουάλια στους αλήτες
μα εγώ το χρήμα τους κοιτούσα ως σκοπό. 

Απ’ τα πιστεύω μίας νέας εποχής
πέταξα πέρα ό,τι έβλεπα παλιό,
σαν κείνους τους αχαρακτήριστους γονείς,
πούλησα αγάπη για ένα αίσθημα φθηνό. 

Από ουσίες που μου κρύβαν τη ζωή
δοκίμασα, ξανά πλαστή για να την νιώσω,
ένα πιστόλι πάλι με δολοφονεί
αφού δεν βρήκα δύναμη να τις σκοτώσω. 

Από μια θέση ενός γηπέδου, Κυριακή
μισώ αντίπαλους παίκτες και θεατές,
αυτούς που χθες βρήκα μαζί μου, πάλι εκεί
όταν παρέλαυναν στο “Όχι” οι μαθητές. 

Από μια πόρτα με μια πράσινη στολή
βγαίνω να δώσω την ελπίδα σ’ αγωνίες,
ξεχνώ τον όρκο μου, εκεί, μες στη σχολή,
θέλω γι’ αντάλλαγμα στο χρήμα τους “θυσίες”. 

Από τους νόμους που νομίμως δεν τηρούνε,
έγραψα βίας δίκαιο που κατακρίνεις
κι απ’ τα εγκλήματα που μπρος τους θα με βρούνε,
έφτιαξα γη της πιο φριχτής δικαιοσύνης. 

Από το φθόνο μου που τρώει πια τη σάρκα,
παίρνω το ταίρι σου, φίλε που δεν μου ανήκει
κι αφού τον έρωτα συνθέσω με τα φράγκα
χάνω εκείνη που σου πήρα, άξια δίκη. 

Απ’ τις καρδιές τις τσακισμένες δεν θα κλάψω
ή κατ’ ανάγκη, επί πτωμάτων θα πατήσω
μα έχεις αίμα όπως κι εγώ, θα το ξεχάσω
που αιμοδότης μου ’δωσες στο χρόνο πίσω. 

Από υποσχέσεις που τις έταζα πολλές
σ’ έναν λαό που τον συνήθιζα στο ψέμα,
βλέπω πολίτες να μου στρέφουν ενοχές,
θα δω το χρήμα μέσα τους αντί για αίμα. 

Από το στόμα των χαμένων ρασοφόρων
βρήκα συνθήματα για να κατηγορήσω
άτοπες πράξεις τους, εκτός ιερών κανόνων,
τους ήθελα άγιους κι ας ήμουν ρύπου σκίτσο. 

Από μια πόρτα που δεν πέρασα ποτέ μου
μπαίνει ο γιος μου να κλειστεί για δέκα χρόνια,
είκοσι έτη ζητά αγάπη, εαυτέ μου
και συ τον πούλαγες γι’ αγάπες στα σαλόνια. 

Απ’ τον Θεό που μου προσέφερε ζωή
ζητούσα μόνο, με καρδιά ποτέ χορτάτη,
έτσι κι ο γιος μου που του έδωσα ψωμί
με πούλησε έτσι, όπως πρόδωσα τον Πλάστη. 

Απ’ τον λαό που διαδηλώνει, νά ’βρει ανάσα,
μ’ ένα καδρόνι δυνατό θα σε χτυπήσω
μα συ μου το ’βαλες στου τάφου μου τη κάσα
να μου χτυπάει το κορμί μπροστά και πίσω. 

Από το έκλυτό μου στιλ θα προκαλέσω,
θα κλείσω σπίτι παντρεμένου που έχει τέκνα
κι αφού τη βέρα του χαρούμενη φορέσω,
μια μέρα έτσι θα τον κλέψουν από μένα. 

Από του δρόμου μια μικρούτσικη γωνιά
απλώνω χέρι για μία μπουκιά ψωμί,
είναι σκληροί όπως κι εγώ ήμουν παλιά,
τον εαυτό μου δεν τον έβαζα εκεί. 

Από το χρήμα που εντός μου κυριαρχεί,
έπαψα πλέον τη ζωή να υπολογίζω,
ποιος είναι αυτός, ποιος είσαι συ τι ωφελεί,
σκοτώνουν τώρα το παιδί μου, να γνωρίσω. 

Από το ψεύτικο, σαθρό παράδεισό μου
έφτιαξα όνειρα που κάηκαν σαν δέντρα,
εζούσα χρόνια συντηρώντας το εγώ μου
ώσπου οι φίλοι μου με κλώτσησαν σαν πέτρα. 

Απ’ το μικρόφωνο σε μία συναυλία
πάλι τραγούδησαν γι’ αγάπη, μια μεγάλη,
ήτανε τόσο αληθινή που μια Μαρία
σχίζει τη φούστα της, έτσι τη βλέπει πάλι. 

Από ένα κτίσμα που δεν θέλεις να το δεις,
βγαίνουν υπάρξεις να σου τάξουν άλλους κόσμους,
είναι το τίμημα μεγάλο της γυνής
μα η ανεκτίμητη ψυχή κάτω του κόστους. 

Από ταινίες βίας μέσα στην οθόνη
πίνω τις μπίρες μου και πόσο κάνω κέφι,
βράδυ σκοτώνουνε τον Χρήστο στο τιμόνι,
πίνω το δάκρυ μου που ξάφνου μπρος μου πέφτει,
πόσο παράλογος θα βγω μες στον καθρέφτη!! 

Απ’ το κελί μες στη φριχτή μου φυλακή
βλέπω τις πράξεις μου που θέλουν να με θάψουν,
χτίζαν αστέρια τα αδέλφια μου στη γη
κι εγώ τα γκρέμιζα το βράδυ να μη λάμψουν 

όμως θα ζήσω μες στις τύψεις τις φριχτές
να βρω εκείνη την ζωή που δεν αξίζω
αφού το φως θα ’ρθεί ξανά μες στις σπηλιές
σαν θα με βρει μετανιωμένο να δακρύζω. 

Νίκος Π.

Δείτε επίσης την ανάρτηση μας στο "ο αληθινός μας καθρέφτης"

Επιμέλεια - Παρουσίαση :  Ρεβέκα Θεοδωροπούλου – M.Sc. Μαθηματικός

2 σχόλια:

  1. Νίκος Π. – Love dreamer21 Ιουνίου 2013 - 6:06 μ.μ.

    Σε ευχαριστώ πολύ αγαπημένη μου φίλη Ρεβέκα για την πολύ όμορφη δημοσίευση του ποιήματός μου, μέσα από όλα που έγραψες!!!!! :))))))
    Εύχομαι να μπορέσει να δώσει κάποια μηνύματα γύρω από τη ζωή μας που την έχουμε φορτώσει με το ψέμα και το προσωπικό μας συμφέρον. Εύχομαι να κατόρθωσα κάτι ώστε να μας δούμε απέναντι στον αληθινό μας καθρέφτη ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νίκο μου το ξέρεις ότι λατρεύω την ποίησή σου και σίγουρα κάτι τόσο όμορφο θα ήθελα να το δημοσιεύσω εδώ ... εγώ σ' ευχαριστώ λοιπόν και περιμένω κι άλλα υπέροχα από σένα !!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή