Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Σχολικός εκφοβισμός & Τρόποι αντιμετώπισής του



Το φαινόμενο της σχολικής βίας γενικότερα και του σχολικού εκφοβισμού ειδικότερα έχει αποτελέσει ιδιαίτερο αντικείμενο μελέτης τα τελευταία χρόνια ως μία εκδήλωση προβληματικής συμπεριφοράς με παγκόσμια διάδοση, με βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τόσο στο θύτη όσο και στο θύμα. Ο σχολικός εκφοβισμός ορίζεται ως η εσκεμμένη και επαναλαμβανόμενη έκθεση σε αρνητικές συμπεριφορές, οι οποίες εκδηλώνονται από ένα άτομο ή μία ομάδα ατόμων, τα οποία θεωρούνται ότι κατέχουν υψηλότερη κοινωνική θέση ή ισχυρότερη σωματική δύναμη σε σχέση με το θύμα. Αναφέρεται σε ένα τρόπο συμπεριφοράς κατά την οποία ένα πρόσωπο με πολύ εσωτερικό θυμό, μνησικακία και επιθετικότητα, το οποίο στερείται των ικανοτήτων διαχείρισης των συναισθημάτων του, τα μεταθέτει σε κάποιο άλλο άσχετο πρόσωπο, το οποίο επιλέγει με κριτήριο την ευαλωτότητά του. Στα πλαίσια του σχολικού εκφοβισμού περιλαμβάνονται λεκτικά ξεσπάσματα, όπως απειλές, προσβολές – χλευασμοί και παρατσούκλια πράξεις με τη χρήση σωματικής βίας, όπως επιθέσεις και ληστείες ή με κοινωνικό περιεχόμενο, όπως ο αποκλεισμός και η απομόνωση από την ομάδα των συνομηλίκων.


Μορφές του σχολικού εκφοβισμού
Άμεσος
Έμμεσος
Σωματικός
Σωματική βία,
απρεπές άγγιγμα με σεξουαλικό περιεχόμενο
Προώθηση κάποιου άλλου ώστε να κακοποιήσει το θύμα
Μη σωματικός, λεκτικός
Απειλές, χλευασμοί, πειράγματα, βρισιές, σεξουαλικά υπονοούμενα
Διάδοση φημών
Μη λεκτικός
Ψυχολογική βία
Κοινωνικός αποκλεισμός


Η βία στο σχολείο τείνει να αναδειχθεί σε συστατικό στοιχείο της εκπαιδευτικής καθηµερινότητας, µε τους µαθητές, εκπαιδευτικούς και γονείς που βιώνουν το πρόβληµα, δικαιολογηµένα να ανησυχούν. Η εμφάνισή του συνδέεται με χαμηλότερη βαθμολογία, περισσότερες αδικαιολόγητες απουσίες και μειωμένη παρουσία στα σχολικά μαθήματα, παρόλο που εγείρονται ερωτηματικά όσον αφορά την κατεύθυνση αιτίας και επιπτώσεων του συσχετισμού αυτού. Μία παρόμοια αμφίδρομη σχέση έχει προταθεί για το συσχετισμό μεταξύ σχολικού εκφοβισμού και την αποδοχή ή την απόρριψη στις σχέσεις με τους συνομηλίκους και την κοινωνική προσαρμογή, όπου ένας «φαύλος κύκλος» οδηγεί σε μία προοδευτική αύξηση της απόρριψης από τους συνομηλίκους αλλά και την εμφάνιση της θυματοποίησης.
Οι ευρύτερες αλλαγές στις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές δομές που συντελούνται αυτήν την εποχή στην Ελλάδα αντανακλώνται και στο χώρο της εκπαίδευσης, επηρεάζοντας το σχολικό κλίμα. Τα σχολεία μας συνήθως δεν είναι ελκυστικά, δεν κινητοποιούν τα παιδιά και γενικότερα δεν τα υποστηρίζουν συναισθηματικά σε σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Όπως φαίνεται από έρευνες που έρχονται στο φως της δημοσιότητας, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση της σχολικής βίας. Ο σχολικός εκφοβισµός στη χώρα µας αν και είναι υπαρκτό και αρκετά διαδεδοµένο φαινόµενο, όπως δείχνουν οι σχετικές έρευνες, δεν έχει τύχει ακόµα της απαιτούµενης προσοχής και δεν αντιµετωπίζεται κατάλληλα. Τα σχολεία δε διαθέτουν στην πλειοψηφία τους ειδικούς ψυχικής υγείας για την υποστήριξη του έργου των εκπαιδευτικών και την παρέμβαση σε περιστατικά εκδήλωσης βίαιων και άλλων προβληματικών συμπεριφορών, ενώ η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών στερείται την απαραίτητη τεχνογνωσία και επιμόρφωση για να διαχειριστεί στους κόλπους της εκπαιδευτικής κοινότητας τα παραπάνω περιστατικά.

Έρευνες καταδεικνύουν ότι η σχολική βία και ο σχολικός εκφοβισµός εκδηλώνονται µέσω καταστροφών του σχολικού εξοπλισµού, βανδαλισµών, λεκτικής βίας, εκφοβισµού µέσω διάδοσης φηµών, αποκλεισµού από τις παρέες αλλά και ξυλοδαρµών. Σύμφωνα με τις δηλώσεις των μαθητών, τις περισσότερες φορές ο εκφοβισμός λαμβάνει χώρα εντός του σχολικού συγκροτήματος κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων παρά κατά τη διαδρομή προς και από το σχολείο, και κυρίως σε σημεία που δεν ελέγχονται από τους εκπαιδευτικούς, όπως οι γωνίες του προαυλίου, οι διάδρομοι, οι πίσω χώροι και οι τουαλέτες. Πρόσφατα όμως παρατηρείται έξαρση θυματοποίησης μαθητών από άλλους μαθητές με την παρέμβαση της σύγχρονης τεχνολογίας (Cyberbullying), μέσω αποστολής απειλητικών μηνυμάτων (κινητό τηλέφωνο, συνομιλία μέσω υπολογιστή, δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης) είτε μέσω φωτογράφησης ή βιντεοσκόπησης προσωπικών στιγμών των θυμάτων με το κινητό τηλέφωνο του δράστη και κυκλοφορία του υλικού είτε μέσω του διαδικτύου είτε μέσω κινητού τηλεφώνου και σε άλλους μαθητές, επιτρέποντας στους θύτες να παρενοχλούν τα θύµατά τους και µετά το σχολείο, εκτός του σχολικού ωραρίου, ακόµη και τα σαββατοκύριακα.

Σύμφωνα με έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί, 10 με 20 % των μαθητών έχει συμμετάσχει σε περιστατικά εκφοβισμού – θυματοποίησης, ποσοστό αντίστοιχο με μελέτες π.χ. στη Βρετανία (14 - 19%) και στη Γερμανία (21%), αλλά σαφώς κατώτερο με αυτό στις Η.Π.Α., όπου περίπου το 13, 37 και 41 %  των μαθητών δηλώνουν ότι έχουν υποστεί τους τελευταίους 2 μήνες, σωματικό, λεκτικό και έμμεσο (κοινωνική απομόνωση) εκφοβισμό, αντίστοιχα. Στο μεγαλύτερό τους ποσοστό οι θύτες είναι αγόρια και χρησιμοποιούν λεκτικό εκφοβισμό (βρισιές, γελοιοποίηση), ενώ περισσότερα περιστατικά παρατηρούνται στα μεγάλα αστικά κέντρα και ιδιαίτερα στην Αθήνα. Όσο το ενδιαφέρον των μαθητών για το σχολείο είναι υψηλό (π.χ. υψηλές σχολικές επιδόσεις), τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό εμφάνισης. Σε γενικές γραμμές, η πιο συνηθισμένη μορφή εκφοβισμού είναι η λεκτική, οι θύτες χρησιμοποιούν σε μεγαλύτερο ποσοστό την άμεση σωματική βία όταν θέλουν να εκφοβίσουν αγόρια, ενώ τη λεκτική βία και τον έμμεσο εκφοβισμό (διάδοση φημών) στην περίπτωση των κοριτσιών. Τα περιστατικά εκφοβισμού είναι πιο συχνά στις μικρότερες ηλικίες από 8 μέχρι 15 ετών και ιδιαίτερα στο δημοτικό, σε σχέση με το γυμνάσιο και το λύκειο.

Η αποτελεσματική πρόληψη και αντιμετώπιση της σχολικής βίας συνδέεται στενά με το συνολικό τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του σχολείου, με την υποστήριξη που παρέχεται στους εκπαιδευτικούς και με το βαθμό που επιτυγχάνεται η συμμετοχή των μαθητών στη λήψη αποφάσεων και στην ανάληψη ευθυνών. Η αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων εξαρτάται βέβαια και από τη μορφή τους. Οι παρεμβάσεις με στόχο την πρόληψη έχουν τα πιο θετικά, μόνιμα και μακροχρόνια αποτελέσματα, ενώ οι παρεμβάσεις για τον κατάλληλο χειρισμό περιστατικών εκφοβισμού που έχουν ήδη εκδηλωθεί, είναι περιορισμένης εμβέλειας και με μεσοβραχυπρόθεσμα αποτελέσματα. Οι δευτερογενείς παρεμβάσεις περιλαμβάνουν την έγκαιρη, ελάχιστη και κατάλληλη παρέμβαση στις αποκαλούμενες ομάδες υψηλού κινδύνου, ενώ οι τριτογενείς παρεμβάσεις αφορούν την αντιμετώπιση της βίας στο σχολείο. Ο περιορισμός των περιστατικών εκφοβισμού προϋποθέτει την επίγνωση της έκτασης του προβλήματος και την εμπλοκή όλης της σχολικής κοινότητας (εκπαιδευτικών, σχολικών συμβούλων, ειδικών επιστημόνων, μαθητών αλλά και γονέων) και έχει ως στόχο την εξάλειψη των ήδη υπαρχόντων προβλημάτων εκφοβισμού – θυματοποίησης και την πρόληψη πιθανών νέων, μέσα από την δημιουργία συνθηκών, οι οποίες θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη καλύτερων σχέσεων μεταξύ των συνομηλίκων εντός και εκτός σχολείου. Η έμφαση στο ρόλο του εκπαιδευτικού ως παιδαγωγού και το κτίσιμο μίας αμφίδρομης επικοινωνίας, η αυθεντικότητα, η ενσυναίσθηση, ο σεβασμός, η αμεροληψία, η ικανότητα διαχείρισης των αντιπαραθέσεων, η κατανόηση ανθρώπων και καταστάσεων και η ικανότητα μάθησης από εμπειρίες αποτελούν απαραίτητα συστατικά για την επιτυχή έκβαση των παρεμβάσεων. Συνοπτικά, κατά τη µελέτη του σχολικού κλίµατος λαμβάνονται υπόψη πέντε σηµαντικοί παράγοντες: (α) η τάξη, η ασφάλεια και η πειθαρχία, (β) οι σχολικές επιδόσεις, (γ) οι κοινωνικές σχέσεις, (δ) οι σχολικές εγκαταστάσεις, και (ε) το δέσιµο µε το σχολείο.

Η συγκέντρωση και καταγραφή λεπτομερών πληροφοριών για κάθε σχολική μονάδα και τάξη, σχετικά με την έκταση των περιστατικών σχολικού εκφοβισμού, τη συχνότητα παρέμβασης των εκπαιδευτικών, το βαθμό επίγνωσης του προβλήματος από τους γονείς αλλά είναι απαραίτητες κατά το σχεδιασμό ενός προγράμματος παρέμβασης. Η ομάδα – στόχος της παρέμβασής μας είναι ολόκληρος ο μαθητικός πληθυσμός και η κινητοποίησή του επιτυγχάνεται με τη διοργάνωση ημερίδων πληροφόρησης στο σχολείο (με τη συμμετοχή κάποιων ειδικών και ψυχολόγων), με ανοικτή γραμμή επικοινωνίας, όπου οι μαθητές οι οποίοι θέλουν να καταγγείλουν επιθετικές συμπεριφορές εις βάρος τους, αλλά δε τολμούν να το κάνουν στους δασκάλους και στους γονείς τους (ανασφάλεια, φόβος για αντίποινα), θα λαμβάνουν υποστήριξη και συμβουλές από ψυχολόγους και ειδικούς συμβούλους. Προϋπόθεση για την επιτυχία των δράσεων – συζητήσεων – εκδηλώσεων είναι η συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών, μεταξύ εκπαιδευτικών του σχολικού δικτύου, αλλά και μεταξύ εκπαιδευτικών και γονέων και η συνεχής ετοιμότητά τους για την εξάλειψη των περιστατικών εκφοβισμού.

Άμεσα, μπορούν να παρθούν μέτρα, όπως η καλύτερη επίβλεψη κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, με στόχο τη συνεχή και προσεκτική επιτήρηση (όχι με την έννοια του αστυνομικού) των πιθανών ακραίων δραστηριοτήτων των μαθητών και τη γρήγορη και αποφασιστική παρέμβαση των εκπαιδευτικών σε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. Με αυτόν τον τρόπο, οι θύτες του σχολικού εκφοβισμού παίρνουν το μήνυμα ότι η επιθετική και προσβλητική τους συμπεριφορά δεν είναι αποδεκτή, ενώ τα θύματα αποκτούν σταδιακά την αίσθηση της ασφάλειας στο σχολικό περιβάλλον. Παράλληλα, η βελτίωση της αποδοχής του σχολείου, μέσα από την παροχή ενός σωστά εξοπλισμένου και ελκυστικού σχολικού περιβάλλοντος, ωθεί τους μαθητές σε θετικές δραστηριότητες, μειώνοντας παράλληλα τα περιστατικά εκφοβισμού.
Στο επίπεδο της τάξης σημαντικό ρόλο παίζει η βελτίωση της επικοινωνίας μαθητών – εκπαιδευτικού, μέσα από την ανάπτυξη σχέσεων στοργής και εμπιστοσύνης, χωρίς να φτάνουμε στο σημείο της συναισθηματικής προσέγγισης των μαθητών. Στις συζητήσεις είναι σκόπιμο να ακούγεται η γνώμη των μαθητών για τα αίτια και τους τρόπους εκδήλωσης της βίας και να προκύπτουν ιδέες για εναλλακτικούς τρόπους πρόληψης, αντιμετώπισης, ανάληψης ευθυνών και ρόλων ανάλογα με τις ειδικές συνθήκες του κάθε σχολείου. Παράλληλα, πρέπει να συμφωνηθούν μεταξύ του εκπαιδευτικού και των μαθητών συγκεκριμένοι απλοί κανόνες και κανονισμοί κατά του εκφοβισμού, η τήρηση ή όχι των οποίων θα συνδέεται με έπαινο ή κάποιας μορφής κύρωση (π.χ. επιπλέον σχολική εργασία για το σπίτι, συζήτηση με το διευθυντή), αντίστοιχα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα τέτοιων κανόνων αποτελούν π.χ. ότι δεν πρέπει να παρενοχλούμε άλλους μαθητές, ότι πρέπει να προσπαθούμε να βοηθούμε τους συμμαθητές μας που πέφτουν θύματα βίας, ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε στην παρέα μας όλους τους συμμαθητές μας και δεν πρέπει να τους απομονώνουμε και να τους αφήνουμε μόνους. Το σημαντικό στη συζήτηση για τον καθορισμό των κανόνων είναι η εμπλοκή και η ενεργός συμμετοχή όλων των μαθητών, γιατί με αυτόν τον τρόπο θα αισθάνονται μεγαλύτερη υπευθυνότητα στην τήρησή τους. Κατά τη διδασκαλία, πρέπει να ευνοείται η ομαδοσυνεργατική μάθηση, η εφαρμογή της μεθόδου project και τα παιχνίδια ρόλων, δραστηριότητες που ενώ συμβάλλουν στην αφομοίωση της θεμελιώδης αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων του άλλου, στην αποδοχή όλων των μαθητών και στο καλό σχολικό τμήμα εντός της τάξης, παράλληλα επιτρέπουν στον εκπαιδευτικό μέσα από τη συζήτηση που ακολουθεί να υπογραμμίσει τη σχέση του παιχνιδιού με τις πραγματικές καταστάσεις, το σημαντικό ρόλο των ουδέτερων μαθητών – διαμεσολαβητών και τις αρνητικές επιπτώσεις μίας πιθανής παθητικής συμπεριφοράς.

Πολλές φορές η οργάνωση μίας συνάντησης στην οποία θα παρευρίσκονται ο θύτης, το θύμα και οι γονείς τους είναι ένα χρήσιμο εργαλείο στα χέρια του εκπαιδευτικού, αφού συζητιέται διεξοδικά η κατάσταση, γίνεται η εκτίμηση της σοβαρότητάς της, αναζητούνται και αναδεικνύονται τα κοινά σημεία μεταξύ των μερών και τέλος διατυπώνεται ένα σχέδιο δράσης για την επίλυση του προβλήματος, χωρίς τη δημόσια ταπείνωση και στιγματισμό θύτη και θύματος, αφού οι συζητήσεις γίνονται μόνο μεταξύ των εμπλεκόμενων. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η πλήρης γνώση και η συνεργασία των γονέων, οι οποίοι μπορούν να ασκήσουν επιρροή στη συμπεριφορά των παιδιών τους. Ωστόσο, υπάρχουν και περιπτώσεις όπου κατά τη διάρκεια της συνάντησης μεταξύ των οικογενειών θύτη και θύματος υπάρχει ένταση και εχθρικό κλίμα, οπότε προτείνεται η συνάντηση του εκπαιδευτικού με την κάθε οικογένεια ξεχωριστά, τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο.

Οι γονείς του θύτη του εκφοβισμού πρέπει να του ξεκαθαρίσουν ότι γι’ αυτούς ο εκφοβισμός είναι μία εκδήλωση συμπεριφοράς με την οποία δε συμφωνούν και δε θα ανεχτούν παρόμοια συμπεριφορά στο μέλλον. Επίσης, είναι σημαντικό οι γονείς να επαινούν το παιδί όταν ακολουθεί τους κανόνες που έχουν συμφωνήσει, αφού με αυτόν τον τρόπο νιώθει ότι το εκτιμούν και το αγαπούν. Στην αντίθετη περίπτωση, πρέπει να έχουν συμφωνηθεί κάποιες κυρώσεις ή συνέπειες, που θα προκαλούν ένα βαθμό δυσφορίας στο παιδί, αλλά με κανέναν τρόπο δεν πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τη σωματική τιμωρία. Γενικά, οι γονείς πρέπει να ασχολούνται με τα παιδιά τους, να περνούν χρόνο μαζί τους και να γνωρίζουν τους φίλους τους, ώστε να κατανοούν καλύτερα την προσωπικότητα και τις αντιδράσεις του παιδιού, δομώντας μία σχέση εμπιστοσύνης μαζί τους.

Από την άλλη, οι γονείς του θύματος του εκφοβισμού πρέπει να προσπαθήσουν να το βοηθήσουν να προσαρμοστεί στη σχολική τάξη, μειώνοντας την ανησυχία και την ανασφάλειά του και αυξάνοντας τα επίπεδα αυτοεκτίμησής του. Όπως έχει αναφερθεί, σε γενικές γραμμές το θύμα του εκφοβισμού έχει περιορισμένη σωματική δύναμη, η οποία μπορεί να αυξηθεί μέσα από τη σωματική άσκηση και τη συμμετοχή σε αθλητικές δραστηριότητες. Παράλληλα, η ενθάρρυνση της δημιουργίας φιλικών σχέσεων με κάποιον από τους συμμαθητές, με τους οποίους μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα της απομόνωσης και του κοινωνικού αποκλεισμού. Η υποστήριξη των γονέων πρέπει να είναι συνεχής αλλά συνάμα και διακριτική για να μην περάσουμε στο άλλο άκρο της υπερπροστασίας, που μόνο δυσμενείς επιδράσεις έχει για το παιδί.

Σε μια εποχή γενικευμένης κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε, δεν υπάρχουν ιδανικές φόρμουλες αλλά παρεμβάσεις με γνώμονα τις ανάγκες των ίδιων των μαθητών στο σχολείο αλλά και τη σχέση του σχολείου με την ευρύτερη κοινωνία. Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα ο εκπαιδευτικός πόσο μάλλον ο σύμβουλος, οφείλει να δραστηριοποιείται και να μη μένει κοινωνικά απαθής. Ο περιορισμός των περιστατικών εκφοβισμού προϋποθέτει την επίγνωση της έκτασης του προβλήματος και την εμπλοκή όλης της σχολικής κοινότητας (εκπαιδευτικών, σχολικών συμβούλων, ειδικών επιστημόνων, μαθητών αλλά και γονέων) και έχει ως στόχο την εξάλειψη των ήδη υπαρχόντων προβλημάτων εκφοβισμού – θυματοποίησης και την πρόληψη πιθανών νέων, μέσα από την δημιουργία συνθηκών, οι οποίες θα συμβάλλουν στην ανάπτυξη καλύτερων σχέσεων μεταξύ των συνομηλίκων εντός και εκτός σχολείου.

Απόσπασμα από την Πτυχιακή Εργασία των Γιαζιτζή Δήμητρα

και Σιμιτζή Παναγιώτη με τίτλο: «Σχολικός εκφοβισμός:

Παράγοντες εκδήλωσης, συμβουλευτική και ο θεσμικός ρόλος του Συνηγόρου του Πολίτη, με την ιδιότητα του Συνηγόρου του Παιδιού στην αναγνώριση, πρόληψη και αντιμετώπισή του - μια μελέτη περίπτωσης» για το Πρόγραμμα Ειδίκευσης στη Συμβουλευτική και τον Προσανατολισμό (ΠΕΣΥΠ) της ΑΣΠΑΙΤΕ, Αθήνα 2012.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου