Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Υγιεινές ζωοτροφές – Ασφαλή για κατανάλωση προϊόντα κρέατος

Από ποιους παράγοντες επηρεάζεται, πώς διαμορφώνεται και πώς διασφαλίζεται η μεταξύ τους σχέση;


Αγαπητοί φίλοι καλή χρονιά να έχουμε. Επέλεξα να αναφερθώ σε ένα θέμα που συνεχώς έρχεται στο προσκήνιο και μας αφορά όλους. Η παραγωγή ασφαλών και ποιοτικών ζωικών προϊόντων αποτελεί προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με τους Κανονισμούς (ΕΚ) 178/2002 και 183/2005, καθώς και με τις Οδηγίες 95/69/ΕΚ και 2002/32/ΕΚ τέθηκαν οι βάσεις για την εξασφάλιση της ασφάλειας των ζωοτροφών με άμεσο θετικό αντίκτυπο στην προστασία της υγείας του ανθρώπου και των ζώων, καθώς και του περιβάλλοντος. Ειδικότερα, με τον Κανονισμό (ΕΚ) 183/2005 θεσπίσθηκαν νέοι κανόνες υγιεινής και διαδικασίες, οι οποίες βασίζονται στο σύστημα ανάλυσης κινδύνων και κρίσιμων σημείων ελέγχου (HACCP) και εξασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα των προϊόντων «από το στάβλο στο πιάτο». Παράλληλα, με την Οδηγία 2002/32/ΕΚ απαγορεύθηκε η χρησιμοποίηση προϊόντων που προορίζονται για ζωοτροφές, όταν αυτά περιέχουν ανεπιθύμητες ουσίες σε ποσοστά που υπερβαίνουν τα ανώτερα επιτρεπτά, προκειμένου να εμποδίζεται η εκδήλωση ανεπιθύμητων και επιβλαβών επιπτώσεων, οι οποίες συνδέονται με την οξεία τοξικότητα, τη βιοσυσσωρευτικότητα και την αποδομησιμότητα αυτών των ουσιών.

Σημαντικός παράγοντας, ο οποίος επηρεάζει την ασφάλεια των προϊόντων κρέατος, είναι η σύσταση του σιτηρεσίου των ζώων. Συστατικά όπως οι διοξίνες, τα PCBs (πολυχλωριωμένα διφαινύλια), οι μυκοτοξίνες, τα βαρέα μέταλλα, τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων και τα υπολείμματα κτηνιατρικών φαρμάκων βρίσκονται στο περιβάλλον και ανιχνεύονται στις πρώτες ύλες των σιτηρεσίων των ζώων. Ανάλογα με τα φυσικοχημικά τους χαρακτηριστικά, μερικά συστατικά μεταβολίζονται σε φυσικά προϊόντα, τα οποία δεν είναι επικίνδυνα για την τροφική αλυσίδα (τα περισσότερα κτηνιατρικά φάρμακα και προσθετικά). Άλλα συστατικά, όπως οι διοξίνες και οι μυκοτοξίνες, παραμένουν στο ζωικό οργανισμό και μεταφέρονται στα παραγόμενα προϊόντα. Τα βαρέα μέταλλα (κάδμιο, μόλυβδος, υδράργυρος, αρσενικό κτλ) δε μεταβολίζονται καθόλου και συσσωρεύονται στους ζωικούς ιστούς, π.χ. ο μόλυβδος στα οστά και το κάδμιο στα νεφρά, παρόλο που η χημική τους μορφή μπορεί να μεταβληθεί κατά τη δίοδό τους από τον πεπτικό σωλήνα ή την αποθήκευσή τους στους ζωικούς ιστούς.

Με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1831/2003 απαγορεύθηκε η χρησιμοποίηση των αντιβιοτικών ως αυξητικών παραγόντων στη διατροφή των ζώων, με σκοπό την προστασία της υγείας των καταναλωτών. Αντίθετα, τα κοκκιδιοστατικά εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται στην πτηνοτροφία, αλλά η αυστηρή τήρηση των περιόδων αναμονής πριν τη σφαγή των ζώων έχει ως αποτέλεσμα να μην ανιχνεύονται υπολείμματα αυτών των ουσιών στο κρέας. Το σιτηρέσιο των ζώων μπορεί να επιβαρυνθεί και με διάφορα παθογόνα, όπως π.χ. το μικρόβιο της Salmonella spp. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η τροφή μπορεί να υποστεί διάφορους χειρισμούς, με σκοπό τον έλεγχο και την αντιμετώπιση των παθογόνων. Επιπλέον, θέματα όπως η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια (BSE) εξακολουθούν να απασχολούν την κοινή γνώμη και στόχος των αρμόδιων υπηρεσιών είναι η εκρίζωση της συγκεκριμένης ασθένειας.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί (ΓΤΟ) χρησιμοποιούνται με αυξανόμενο ρυθμό για την κατάρτιση των σιτηρεσίων. Σύμφωνα με τελευταίες μελέτες, δεν έχουν ανιχνευθεί λειτουργικά κλάσματα ανασυνδυασμένου γενετικού υλικού (DNA), που να προέρχεται από ΓΤΟ στους εδώδιμους ιστούς και στα προϊόντα ζώων, τα οποία έχουν διατραφεί με σιτηρέσια που περιέχουν ΓΤΟ. Μετά την κατανάλωση της τροφής, το DNA των ΓΤΟ αποδομείται ταχύτατα από τα γαστρικά υγρά και τα διάφορα ένζυμα του πεπτικού σωλήνα, ακολουθώντας την ίδια φυσιολογική διαδικασία, όπως το DNA των μη ΓΤΟ.

Η ύπαρξη ή όχι ανεπιθύμητων παραγόντων στο κρέας, οι οποίοι προέρχονται από το σιτηρέσιο των ζώων διαφοροποιείται ανάλογα με την απορρόφησή τους, το μεταβολισμό τους και το ρυθμό απέκκρισής τους από το ζωικό οργανισμό. Η συγκέντρωσή τους στους διάφορους ζωικούς ιστούς μπορεί να ελαχιστοποιηθεί με: (1) την επικράτηση συνθηκών οι οποίες δεν ευνοούν τη μόλυνση των ζωοτροφών, (2) την τήρηση των περιόδων αναμονής πριν τη σφαγή (αντιβιοτικά, κοκκιδιοστατικά), (3) τη χρησιμοποίηση ουσιών, οι οποίες μειώνουν τα επίπεδά τους, είτε αντιδρώντας μαζί τους, είτε δρώντας ανταγωνιστικά και (4) την τροποποίηση της φυσιολογίας του ζώου, ώστε να αυξηθεί ο μεταβολισμός και η απέκκρισή τους από αυτό.

Περαιτέρω έρευνα, βέβαια, απαιτείται ώστε να κατανοηθούν πλήρως οι μηχανισμοί, οι οποίοι υπεισέρχονται από την κατανάλωση των συστατικών της τροφής, την απορρόφησή τους και την τύχη τους εντός του πεπτικού σωλήνα, μέχρι τη συσσώρευση τους στους διάφορους ιστούς ή την απέκκρισή τους από τον οργανισμό του ζώου. Παράλληλα, αντικείμενο μελέτης αποτελούν και το επίπεδο των δυσμενών επιδράσεων των επικίνδυνων συστατικών της τροφής στην ασφάλεια του κρέατος και των προϊόντων του.

Απόσπασμα από το πλήρες κείμενο: «Π. Σιμιτζής, Α. Μπουλής, Ε. Δαρζέντα και Ε. Αποστολάκη, 2008. Υγιεινές ζωοτροφές – Ασφαλές κρέας. Από ποιους παράγοντες επηρεάζεται, πώς διαμορφώνεται και πώς διασφαλίζεται η μεταξύ τους σχέση; Δημοσίευση στην ειδική έκδοση των Πρακτικών του 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου για το Κρέας και τα Προϊόντα του «από το στάβλο στο πιάτο», Στάδιο Ειρήνης & Φιλίας. 10-12 Οκτωβρίου 2008, 43-50».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου