Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Χριστιανική και Εθνική Γιορτή

Ένας Γάλλος περιηγητής, ο I. Mangeart, στο βιβλίο του «Souvenirs de la More’e» (Αναμνήσεις από τον Μοριά) περιγράφει τα όσα είδε κατά την περιήγησή του στην Πελοπόννησο, την εποχή της Επαναστάσεως του 1821.
Σε ιδιαίτερο κεφάλαιο αναφέρεται στην λατρευτική ζωή των Ελλήνων και δείχνει πολύ εντυπωσιασμένος από την ευλάβειά μας προς την Υπεραγία Θεοτόκο.

Ιδού μερικά αποσπάσματα:

«Η θρησκεία τους πού τους απαγορεύει... τα γλυπτά και τα αγάλματα, τους επιτρέπει ωστόσο τα εικονίσματα. Σ’ όλους τους τοίχους των εκκλησιών τους... είναι κρεμασμένα εικονίσματα κάθε μεγέθους. Τα περισσότερα παρουσιάζουν τη μορφή της Παρθένου, ή του Άγιου Γεωργίου και του Άγιου Δημητρίου που είναι οι προτιμώμενοι πάτρωνές των... Το κεφάλι των Παρθένων τους, όπως και όλων των Αγίων τους, είναι τριγυρισμένο μ’ ένα φωτοστέφανο, που τα πινέλα των ζωγράφων τους το αποδίδουν περίφημα... Όταν οι ναυτικοί γλυτώνουν από μεγάλους κινδύνους, από ναυάγιο, από το θάνατο, μόλις πατάνε το πόδι τους στη στεριά, τρέχουν αμέσως στο χρυσοχόο για να κάμουν... παραγγελία και να προσφέρουν το τάμα τους στη Θεοτόκο, στην εκκλησία που της είναι αφιερωμένη...

Βλέπω σε δύο βημάτων απόσταση μια γυναίκα γονατιστή μπροστά στο εικόνισμα τής Παναγίας. Θεέ μου! Πόσα σταυροκοπήματα! Πόσες γονυκλισίες κάνει μπροστά σ’αυτό το εικόνισμα! Με τι αφοσίωση την βλέπω να προσκυνάει το χώμα που το φιλάει τρεις φορές! Και πόσο βιαστικά ξαναρχίζει
τα σταυροκοπήματα, πού τα κάνει από τα δεξιά προς τ’ αριστερά»

(Ήλ. Οικονόμου, Κείμενα Πίστεως και ελευθερίας, Αθήναι 1985, σελ. 185-186).

Ο εντυπωσιασμός τού ξένου περιηγητή είναι εκφραστικός και εύγλωττος. Παρουσιάζει με απλό, αλλά δυνατό τρόπο την ευλάβεια του λαού μας, του δούλου Γένους μας, προς την Παναγία. Με αυτή την ευλάβεια υπέμειναν την οδυνηρή και μακραίωνη σκλαβιά, ελπίζοντας στην λύτρωση, μ’αυτή την ευλάβεια άρπαξαν και τα καριοφίλια φωνάζοντας «Ελευθερία ή θάνατος!».

Όταν ήλθε ή ώρα τής Εθνικής Παλιγγενεσίας, στην χάρη και προστασία της Παναγίας κατέφευγαν οι οπλαρχηγοί και οι καπεταναίοι για να συντονίζουν τον Αγώνα και να παίρνουν δυνάμεις για την συνέχιση του στις κρίσιμες στιγμές.

Η Κοίμησις της Θεοτόκου της Ύδρας, η Μονή της Βελανιδιάς, του Βουλκάνου, της Δήμιοβας, του Μεγάλου Σπηλαί­ου, τής Αγίας Λαύρας, της Βαρνάκοβας, της Προυσιώτισσας, της Τατάρνας και άλλες Ιερές Μονές αφιερωμένες στην Θεοτόκο είχαν γίνει μυστικά επαναστατικά κέντρα και καταφύγια των Αγωνιστών.

Στα απομνημονεύματα των Ηρώων του 1821 βρίσκουμε πολλές αναφορές ως προς την καταφυγή τους στη βοήθεια της Παναγίας αλλά και στην αδίστακτη βεβαιότητα και πίστη τους στην προστασία της.
Όταν ο θρυλικός Γέρος του Μοριά προχωρούσε για την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς και είδε ότι είχαν κλονιστεί και δειλιάσει τα παλικάρια του, επειδή τους είχαν εγκαταλείψει οι άλλοι οπλαρχηγοί, μπήκε ευλαβικά στην Εκκλησία της Παναγίας στο Χρυσοβίτσι, έκαμε τον Σταυρό του, ασπάστηκε την Εικόνα της Μεγαλόχαρης και φώναξε δακρυσμένος:

«Παναγιά μου, βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν».

Και βγαίνοντας από το Ναό της, γεμάτος πίστη και ιερό ενθουσιασμό βροντοφώναξε στα παλικάρια του, που τον πλησίασαν λίγο πιο πέρα, την περίφημη εκείνη φράση του:

«Ο Θεός υπέγραψε τη λευτεριά της Ελλάδος και δεν θα πάρει πίσω την υπογραφή του».

Ο γενναίος στρατηγός Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματα» του και προπάντων στα «Οράματα και θάματα» επανειλημμένως κάνει λόγο για την βοήθεια τής Παναγίας στον αγώνα του Έθνους κατά των Αγαρηνών. Συγκινητικές είναι και οι προσευχές του προς την Θεοτόκο:

«Δόξα σε, Κύριε Χριστέ, Σταυρέ Σταυρωμένε, Λαμπρέ και Αναστημένε, Τριπόστατε Θεέ, Αγία Τριάδα, Θεοτόκο... Κύριε άπλωσε το λαμπρό σου και ευλογημένο σου χέρι και βγάλε μας μέσα από τον σκότον τον βαθύ όπου είμαστε πεσμένοι και χαμένοι και πνιγμένοι τόσες αιώνες... σώσε, Κύριε, όλους, δώσε, Θεοτόκο, την υγείαν, όσοι παθόντες έρχονται εις την Χάρη σου, Βαγγελίστρα μου, διά να δοξαστεί ο Πανάγαθος Θεός και η Βασιλεία του, να πιστέψουν οι τύραννοι, οι άπιστοι και οι άδικοι και να ιδούνε τι εστί Θεός παντουργός και η Βασιλεία του...»

(«Οράματα», σελ. 154-155).

Και ο ατρόμητος πυρπολητής Κωνσταντής Κανάρης, αφού πυρπόλησε την τουρκική ναυαρχίδα στο λιμάνι της Χίου, γιγαντωμένος από την προσευχή και τη Θεία Κοινωνία στον Ναό του Αγίου Νικολάου, επέστρεψε μετά το εκπληκτικό κατόρθωμά του στον ίδιο Ναό για να εκφράσει με δάκρυα την ευγνωμοσύνη του στην Παναγία. Να πώς περιγράφει την σκηνή ο ποιητής Γ. Δροσίνης:

«Μεσάνυχτα ό πυρπολητής εγύρισε
και πήδησε απ’το γρήγορο καΐκι,
πιστός να φέρει με τα πόδια ολόγυμνα
στην Εκκλησιά το τάμα για τη νίκη.
Το χέρι πού άτρεμο έσπειρε το θάνατο
με το δαυλό — το φοβερό το χέρι
τώρα ταπεινωμένο και τρεμάμενο
στην Παναγιά ανάβει εν’ Αγιοκέρι».

Αυτά, για να φανεί ότι η ευλάβεια προς την Παναγία των προγόνων μας, που εντυπωσίασε τόσο τον ξένο περιηγητή, ήταν η κινητήρια δύναμη που τους εμψύχωνε διαρκώς και χάρισε τελικώς την μυριοπόθητη Ελευθερία. Και σ’ Εκείνην, την Υπέρμαχον Στρατηγόν του Γένους μας, ανήκουν — και πρέπει ν’ ανήκουν και να αντηχούν αιώνια — τα νικητήρια!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου