Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Παιδοβιαστές και όχι «Παιδόφιλοι» ή «Παιδεραστές» !

Ορθώς τις τελευταίες δεκαετίες στον Δυτικό κόσμο, αλλά και στην Ελλάδα, θεωρείται μη αποδεκτή κοινωνικά και έχει περιοριστεί σημαντικά η χρήση ενός αριθμού λέξεων, οι οποίες, είτε ήταν εξ’ αρχής υβριστικές και περιφρονητικές, είτε κατέληξαν να είναι έτσι λόγω του τρόπου με τον οποίον χρησιμοποιήθηκαν (π.χ. «νέγρος», «αράπης», «γύφτος», «αδερφή» κλπ).Αυτό επετεύχθη, κυρίως, λόγω της αλλαγής της στάσης των Δυτικών κοινωνιών έναντι φυλετικών ή κοινωνικών ομάδων και συμπεριφορών. Αυτήν την αλλαγή τήν υποβοήθησαν ή και τήν προκάλεσαν κινήματα και οργανωμένες και συντονισμένες πρωτοβουλίες και δράσεις, οι οποίες αποσκοπούσαν στην άμβλυνση των φυλετικών και κοινωνικών αντιθέσεων και στην προστασία των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων του συνόλου του πληθυσμού μίας χώρας, ενώ συνέβαλαν σε αυτήν και νομοθετικές παρεμβάσεις, οι οποίες απέβλεπαν στον ίδιο σκοπό.

Παραδόξως όμως, ενώ υπάρχει μία γενικευμένη τάση απαγόρευσης χρήσεως και αντικατάστασης όρων και λέξεων που θεωρούνται πως έχουν υποτιμητικό ή υβριστικό περιεχόμενο και πως δεν περιγράφουν αντικειμενικά φυλετική καταγωγή, συμπεριφορές ή πεποιθήσεις, καμία συγκροτημένη προσπάθεια δεν έχει αναληφθεί και καμία σημαντική πρωτοβουλία δεν έχει εκδηλωθεί, από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, οργανώσεις ή και μεμονωμένα άτομα, που έχουν έργο τους και αποστολή τους την προστασία των παιδιών, για την αντικατάσταση των ανακριβών και παραπλανητικών όρων «παιδόφιλος» και «παιδεραστής», από άλλους ακριβέστερους. Και τούτο παρά τις συχνά μεγαλόστομες διακηρύξεις για την καταπολέμηση του φαινομένου της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης των παιδιών. Αυτό παρατηρείται, δυστυχώς, όχι μόνον στην Ελλάδα, αλλά και γενικά στον Δυτικό κόσμο, όπου και εκεί είναι καθιερωμένη και παγιωμένη η χρήση της ελληνικής προελεύσεως λέξης «paedophile».

Οι «παιδόφιλοι», όμως, μόνον φίλοι των παιδιών δεν είναι, όπως και οι «παιδεραστές» δεν είναι δυνατόν να είναι εραστές τους.Η σεξουαλική και η ψυχική κακοποίηση, η άσκηση σωματικής βίας και η πρόκληση σωματικών βλαβών, οι απειλές, ο εκφοβισμός, η εξαπάτηση και η αποπλάνηση δεν είναι στοιχεία χαρακτηριστικά ούτε της φιλίας ούτε και του έρωτα. Επιπλέον, και ειδικά για τον έρωτα, εφ’ όσον τα παιδιά δεν είναι ώριμα ούτε σωματικώς ούτε ψυχοσυναισθηματικώς για να τόν βιώσουν, και άρα για να τόν ανταποδώσουν σε αυτόν ή αυτήν που υποτίθεται πως τά έχει «ερωτευτεί», είναι αδύνατη η δημιουργία ερωτικής σχέσης ανάμεσα σε αυτά και έναν «παιδεραστή». Πρόκειται, επομένως, για δύο όρους ανακριβείς και παραπλανητικούς.

Επιπροσθέτως, οι δυο αυτοί όροι, λόγω των δεύτερών τους συνθετικών «φίλος» και «εραστής», τα οποία συνδέονται με θετικώς φορτισμένες και δημοφιλείς έννοιες, όπως η φιλία και ο έρωτας, πρέπει να θεωρηθούν και προπαγανδιστικοί. Και αυτό γιατί εξιδανικεύουν την δράση των «παιδόφιλων» και των «παιδεραστών», ωραιοποιώντας την πολλαπλή κακοποίηση που υφίστανται τα παιδιά από αυτούς, καθώς τήν συσχετίζουν με την φιλία και τον έρωτα.
Ένας τέτοιος όρος θα μπορούσε να είναι ο όρος «παιδοβιαστής», ο οποίος περιγράφει καλύτερα την συμπεριφορά των ατόμων αυτών και την δράση τους, αφού πάντοτε ασκούν βία σωματική και ψυχική, όχι μόνον για να εξαναγκάσουν τα ανήλικα θύματά τους να υποκύψουν στις παρεκκλίνουσες σεξουαλικές τους επιθυμίες, αλλά και για να εξασφαλίσουν πως αυτά δεν θα αποκαλύψουν την κακοποίησή τους σε τρίτα άτομα, αναζητώντας βοήθεια.
Δεν είναι είναι, όμως, απλώς και μόνον η ανάγκη χρήσης ενός περισσότερο ακριβούς και αντικειμενικού όρου, ο λόγος για τον οποίο προτείνεται αυτή η αλλαγή.
Ένας εξ’ ίσου σημαντικός λόγος είναι πως πρέπει να πάψουμε να χρησιμοποιούμε, και μάλιστα το ταχύτερο τους παραπλανητικούς αυτούς όρους, για να αφαιρέσουμε επιχειρήματα από το οπλοστάσιο αυτών, οι οποίοι ήδη άρχισαν να ζητούν την αποποινικοποίηση της «παιδεραστίας» και εργάζονται για την αποδοχή της από την κοινωνία, αφού οι όροι «παιδόφιλος» και «παιδεραστής», για τους λόγους που ανέφερα, διευκολύνουν την προπαγάνδα υπέρ των σκοπών τους.
Δυστυχώς, έχουν, ήδη, πετύχει μία πρώτη νίκη, αφού προσφάτως εφετείο στην Ολλανδία έκρινε πως δεν είναι απαραίτητο να τεθεί εκτός νόμου η οργάνωση Martijn, η οποία προπαγανδίζει την «αποδοχή από την κοινωνία» των «συναινετικών σεξουαλικών σχέσεων» μεταξύ ανηλίκων και ενηλίκων.
Είναι σχεδόν βέβαιο, πως αυτό το «προοδευτικό» κίνημα υπέρ της «παιδεραστίας» θα κάνει εντονότερη την παρουσία του τα επόμενα χρόνια, προερχόμενο από δύο πλευρές.
Η μία πλευρά θα είναι από τους επαγγελματίες υπέρμαχους των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίοι θα ζητήσουν όχι μόνον την αποποινικοποίηση και την νομική κατοχύρωση της «παιδεραστίας», αλλά και θα προπαγανδίσουν, πιέζοντας για την κοινωνική της αποδοχή. Μάλιστα, θα έχουν το θράσος να την παρουσιάσουν ως «δικαίωμα των παιδιών στον έρωτα», στην ανεμπόδιστη ανάπτυξη της σεξουαλικότητάς τους, και στην ελεύθερη διαχείριση του σώματός τους, χωρίς την «περιοριστική» κηδεμονία των γονιών τους και την παρέμβαση του κράτους.
Η δεύτερη πλευρά θα είναι οι κοινότητες των μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Ευρώπη, οι οποίες, μιας και το Ισλάμ επιτρέπει τους γάμους ενηλίκων ανδρών με ανήλικα κορίτσια, θα επικαλεστούν το δημοφιλές επιχείρημα των υποστηρικτών της παγκοσμιοποίησης στην διαφορετικότητα, και την ανάγκη να γίνει σεβαστή η πολιτισμική και θρησκευτική τους ιδιαιτερότητα. Άλλωστε, έρευνες δείχνουν πως η μεγάλη πλειοψηφία των μουσουλμάνων που ζουν στις ευρωπαϊκές χώρες επιθυμεί να ισχύσει και σε αυτές ο ισλαμικός νόμος, ιδιαιτέρως σε ό,τι αφορά θέματα οικογενειακού δικαίου.
Για όλα τα παραπάνω, λοιπόν, οφείλουμε, να πάψουμε να χρησιμοποιούμε τους όρους «παιδόφιλος» και «παιδεραστής», και αντ’ αυτών να μεταχειριζόμαστε τον όρο «παιδοβιαστής».
Με αυτόν τον τρόπο και ακριβέστερα θα αποδίδεται η δράση των ατόμων αυτών και η ζημιά, σωματική και ψυχική, που προκαλούν στα θύματά τους, χωρίς ωραιοποιήσεις και εξιδανικεύσεις, αλλά και θα αναχαιτιστεί αποτελεσματικότερα η επερχόμενη προπαγάνδα υπέρ της «παιδεραστίας», την οποία η κοινωνία μας θα κληθεί στο προσεχές μέλλον να αντιμετωπίσει.
Σωστό, λοιπόν, είναι, οι δύο αυτοί όροι να πάψουν να χρησιμοποιούνται, και να αντικατασταθούν από άλλους, ακριβέστερους και περισσότερο αντικειμενικούς.
*** Το κείμενο γράφτηκε στις 14 Μαΐου του 2013, από τον Δρ. Χρήστο Μητσάκη (mitsakis_christos@hotmail.com) και δημοσιεύτηκε στην ενημερωτική ιστοσελίδα  http://antineotaksiths.blogspot.gr/ .

Λίγα λόγια για το συγγραφέαΟ Χρήστος Μητσάκης είναι ψυχολόγος. Έχει σπουδάσει ψυχολογία (πτυχίο, μεταπτυχιακό και διδακτορικό) στην Μ. Βρετανία, ενώ έχει κάνει και σπουδές δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Είναι μέλος της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρείας.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

Αρχαίες προσπάθειες αεικίνητου


Ο Ινδός Μαθηματικός και Αστρονόμος Bhaskaracharya (Μπασκαραχάρια, 1114-1185) περιγράφει λοιπόν σε ένα σύγγραμμά του ένα αεικίνητο μηχανισμό με τα λόγια: «Η μηχανή γυρίζει με μεγάλη δύναμη, γιατί ο υδράργυρος βρίσκεται σε μια πλευρά του τροχού εγγύτερα στον άξονα από ότι στην άλλη.»

Η συσκευή που περιγράφει ο Μπασκαραχάρια κατασκευάστηκε από πολλούς μεταγενέστερους ερευνητές με ίδια μορφή ή σε διάφορες παραλλαγές και φυσικά δεν αποτελούσε αεικίνητο.


Η πιο απλή από αυτές τις κατασκευές αποτελείται από ένα τροχό, στην περίμετρο του οποίου βρίσκονται λιγότερο ή περισσότερο σύνθετοι βραχίονες που μεταβάλλουν το κέντρο βάρους κατά την περιστροφή.


Ενώ μπορεί οπτικά να δίνεται η εντύπωση του αεικίνητου, στην πραγματικότητα το σύστημα ισορροπεί κάποια στιγμή. Σήμερα άλλωστε γνωρίζουμε ότι ο περιστρεφόμενος τροχός παράγει στον άξονα θερμότητα λόγω τριβών και πρέπει να υπερνικήσει τον ατμοσφαιρικό αέρα, άρα μετά από κάποιες στροφές θα έχει καταναλώσει την ενέργεια από την αρχική εξωτερική ώθηση και θα διακόψει την αυτοδύναμη κίνησή του.





Η αναζήτηση του αεικίνητου αεικίνητο: Μια μηχανή η οποία, αφού τεθεί σε λειτουργία, συνεχίζει να λειτουργεί επ' άπειρον χωρίς την παροχή ενέργειας. Αν και η Φυσική έχει καταλήξει με τα δύο θερμοδυναμικά αξιώματα στην άποψη ότι ένα αεικίνητο είναι αδύνατον να κατασκευαστεί, παρουσιάζονται συχνά εφευρέτες, κάθε ηλικίας και μορφωτικού επιπέδου, οι οποίοι δηλώνουν ότι έχουν βρει κάτι «τελείως καινούργιο» ή έχουν βελτιώσει το εφεύρημα κάποιου άλλου, το οποίο «θα λειτουργεί πλέον επ' άπειρον»! Στελέχη σε ερευνητικά κέντρα και εκπαιδευτικά ιδρύματα, αντιμετωπίζουν πολύ συχνά επίμονους επισκέπτες με ιδέες για αεικίνητα.



Καταρχάς, οι κανόνες της Φυσικής που ονομάζουμε αξιώματα, είναι απλώς αρχές, δηλαδή πορίσματα που επιβεβαιώνονται σε κάθε μέτρηση και κάθε υπολογισμό. Λόγω, λοιπόν, της παγκοσμιότητας και της γενικής αποδοχής αυτών των αρχών, θεωρούμε ότι αυτές επέχουν θέση αξιώματος, δηλαδή αποτελούν θεμελιώδεις υποθέσεις που δεν χρειάζονται απόδειξη.




Σε αντίθεση με τα «άλυτα» προβλήματα της Ευκλείδειας Γεωμετρίας (τριχοτόμηση της οξείας γωνίας, τετραγωνισμός του κύκλου κλπ.), τα οποία αποδεδειγμένα δεν λύνονται με τους προκαθορισμένους κανόνες, τα αξιώματα της Φυσικής είναι εμπειρικές αρχές, οι οποίες ίσως κάποτε αποδειχθούν περιορισμένης ισχύος στο χώρο ή στο χρόνο.




Απ' τη μια πλευρά έχουμε λοιπόν τη μέχρι απόλυτης βεβαιότητας επανάληψη των ίδιων αποτελεσμάτων σε τεράστιο πλήθος μετρήσεων και υπολογισμών. Και απ' την άλλη πλευρά υπάρχει στην επιστήμη πάντα η δυνατότητα να ανατραπούν ή, όπως συμβαίνει συχνότερα, να διευρυνθούν και να γενικευτούν κάποια πορίσματα που θεωρούνται σήμερα αυτονόητα. Βέβαια, κριτήριο επιτυχίας για μια μηχανή δεν είναι το αν υπακούει αυτή στον α' ή το β' νόμο της Φυσικής, αλλά αν αυτή λειτουργεί. Δηλαδή αν κάνει αυτό, το οποίο ισχυρίζεται ο κατασκευαστής της.




Με αυτό το κριτήριο είμαστε σε θέση να δηλώσουμε εκ προοιμίου ότι μέχρι σήμερα δεν έχει υλοποιηθεί ένα αεικίνητο, παρά τις πάμπολλες προσπάθειες, θεωρητικές και κατασκευαστικές.




Έτσι, κάθε ισχυρισμός ότι «μια νέα επιστημονική θεωρία αποδεικνύει» τη δυνατότητα λειτουργίας αεικίνητων, π.χ. με την εισαγωγή νέων εννοιών που είναι άγνωστες στη Φυσική, όπως της λεγόμενης ελεύθερης ενέργειας κ.ά., είναι ψευδο-επιστημονικός.




Απ' την άλλη πλευρά, το γεγονός της μέχρι σήμερα (και με πάσα βεβαιότητα και στο προβλεπτό μέλλον) αποτυχίας στην κατασκευή ενός αεικίνητου, δεν σημαίνει ότι καθίστανται αδιάφορα τα πάμπολλα ιστορικά στοιχεία γι' αυτές τις φανταστικές μηχανές. Η συζήτηση για κάθε εκδοχή αεικίνητου δίνει την ευκαιρία, αφενός να κατανοήσουμε το επίπεδο γνώσεων και τον τρόπο σκέψης των ερευνητών της εκάστοτε εποχής και, αφετέρου, να εντοπίσουμε τα σημεία που αυτή η «αεικίνητη μηχανή» αντιβαίνει στους φυσικούς νόμους και γι' αυτό δεν είναι δυνατόν να έχει πραγματοποιηθεί η κατασκευή / λειτουργία της.

Ορισμοί




Αεικίνητο πρώτου είδους: Κάθε μηχανή, η οποία βρίσκεται συνεχώς σε λειτουργία και παράγει έργο, χωρίς παροχή απ' έξω ενέργειας σε οποιαδήποτε μορφή και χωρίς τα εξαρτήματα και υλικά που συναποτελούν αυτή τη μηχανή, να υφίστανται κάποια αλλοίωση με το χρόνο.




Αεικίνητο δεύτερου είδους: Κάθε μηχανή σε περιοδική λειτουργία, η οποία μετατρέπει ολοκληρωτικά θερμική ενέργεια σε άλλη μορφή (μηχανική, ηλεκτρική κλπ.)




Αεικίνητο τρίτου είδους: Όπως το αεικίνητο πρώτου είδους, χωρίς να παράγεται έργο.




Αεικίνητο πρώτου είδους θα ήταν ένα ζεύγος κινητήρα- γεννήτριας, όπου ο κινητήρας παρέχει κινητική ενέργεια στη γεννήτρια και αυτή του επιστρέφει ηλεκτρική ενέργεια για την κίνησή του, πάντα χωρίς απώλειες. Αεικίνητο δεύτερου είδους θα ήταν κάθε σύστημα, το οποίο θα αξιοποιούσε για τη λειτουργία του τη θερμότητα του περιβάλλοντος, π.χ. ένα όχημα που θα εκινείτο εκμεταλλευόμενο τη θερμότητα του αέρα. Αεικίνητο τρίτου είδους, τέλος, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ένα σύστημα ήλιος-πλανήτες ή κάθε πυρήνας ατόμου με τα ηλεκτρόνιά του, τα οποία φαίνεται να λειτουργούν χωρίς ανταλλαγή ενέργειας με το περιβάλλον τους, πράγμα που δεν είναι σωστό.

Στη μεσαιωνική και αναγεννησιακή βιβλιογραφία χωρίζονται τα αεικίνητα σε: perpetuum mobile naturae και perpetuum mobile physicae. Η πρώτη κατηγορία αφορούσε συστήματα της φύσης (ήλιος, άστρα, εποχές του έτους κ.ά.), τα οποία θεωρούνταν αεικίνητα, κυρίως επειδή λειτουργούσαν με το θέλημα του θεού. 



Η δεύτερη κατηγορία ήταν τα συστήματα που θα κατασκεύαζε ο άνθρωπος, παραδειγματιζόμενος από τα θεϊκά έργα. Αυτές οι επιδιώξεις των ερευνητών θεωρούνταν τότε, άλλοτε αναγνώριση του θεϊκού έργου και προσπάθεια απομίμησής του και άλλοτε ύβρις. Οι ασχολούμενοι με αυτά τα θέματα δεν απείχαν πολύ από την προσαγωγή στην «Ιερά Εξέταση» και τη θανατική καταδίκη τους.




πηγή: paishellas.blogspot.gr
          sfrang.blogspot.com
          free-energia.blogspot.com



Δημήτριος Νατσής

Instructional Designer (Μ.Ed)